Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Για να δούμε... (1)

Εκείνη η μέρα είχε ξεκινήσει όπως κι όλες οι υπόλοιπες.

Ακούσιες υποκλίσεις στα μεγάλα αφεντικά, μούρη στα μεσαία,
γραψαρχιδισμός στα μικρά.

Μετά από τόσα χρόνια είχα καταλάβει πού με παίρνει και πού όχι.
Δεν ήταν βέβαια και σίγουρο αυτό, αλλά εγώ έτσι νόμιζα και
πορευόμουν με αυτή τη σιγουριά.



Πρωινή ένταση, καφές, τσιγάρο. Κούραση. Χωρίς λόγο κούραση.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να κουραζόμαστε τόσο πολύ, παρά μόνο ότι θέλουμε να ζήσουμε, και για αυτό πρέπει να κουβαλάμε, να υπολογίζουμε, να αγαπάμε τους υπολογισμούς, να μετράμε αποστάσεις, να κάνουμε τον χρόνο χρήμα και το χρήμα ανάγκη, ανάγκα κι οι θεοί πείθονται.



Γύρισα σπίτι εξουθενωμένος. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πότε θα μπορέσω να ξεκουραστώ, να κοιμηθώ βαθιά.

Χτύπησε το τηλέφωνο. Δεν το σήκωσα
Ξαναχτύπησε.

Το σήκωσα βαριεστημένος, τόσο βαριεστημένος που η γυναικεία φωνή που διαφήμιζε το τραπεζικό προϊόν απ την απέναντι γραμμή άρχισε να κουράζεται κι εκείνη, να μιλάει σιγά, αργά, στο τέλος σχεδόν ψιθύριζε, σερνόταν μαζί μου, λες και της έδωσα την ευκαιρία να ξεψυχήσει.

Έκλεισα απαλά το ακουστικό χωρίς καν να της πω μια καληνύχτα.

Όμως ο ύπνος δεν ήταν η λύση, ο ύπνος ποτέ δεν ήταν κάποια λύση έτσι κι αλλιώς. Ήταν μόνο ότι βάζω τα προβλήματα και τις μεταξύ τους διασυνδέσεις μέσα σε ένα κουτί και το κλειδώνω.

Τώρα τελευταία ούτε καν αυτό μπορούσα να κάνω.

Σαν χαλασμένο φαινόταν το κουτί και η κλειδαριά μάλλον είχε σκουριάσει από την πολυχρησία.

Κλειδαράδες για τέτοια πράγματα δεν υπήρχαν κι αν ακόμα μπορούσε κάτι, κάποιος να βοηθήσει, σίγουρα εγώ δεν ήμουν κάποιος, που θα μπορούσα εύκολα να δεχτώ τη βοήθεια ενός αγνώστου, απλά και μόνο λόγω ειδικότητας και ικανοτήτων.

Είχα δει και άλλους ικανούς να γαμούν χωρίς σκέψη ζωές, ζωούλες, να θανατώνουν τον θάνατο τον ίδιο.

Είχα δει και εμένα και με είχα αντιμετωπίσει χωρίς επιτυχία, όλες εκείνες τις στιγμές που η ζωή μου αγκομαχούσε και παρακαλούσε για βοήθεια.
Και τί έκανα εγώ για να την βοηθήσω; Την έπνιγα, την σάρωνα, έψαχνα να την αποκόψω από οτιδήποτε ζωτικό.
Άλλη κουβέντα αυτή τώρα, άλλη κουβέντα και συνήθως βγαίνει αυτόματα αυτό το... "γάμα τα και πάμε για άλλα".



Σκέφτηκα ότι καλό θα ήταν να βγω έξω.
Μάζεψα τα σκουπίδια, κατέβηκα στον δρόμο και άρχισα να περπατάω χωρίς ακριβώς να ξέρω που πηγαίνω.
Μετά από ένα τέταρτο κατάλαβα ότι έκανα γύρους γύρω από το σπίτι μου.

Ένα τέταρτο, για την ακρίβεια 14 λεπτά, έκανα γύρους στο τετράγωνο, σαν χαφιές, χαφιές του εαυτού μου.
Γύριζα και ξαναγύριζα, με τα ίδια βήματα, το ίδιο περπάτημα, τους ίδιους χτύπους στα πεζοδρόμια.
Μέχρι και οι μπάτσοι, που με την κλούβα τους ήταν μόνιμοι κάτοικοι στη γειτονιά, με κοιτούσαν καλά καλά. Προφανώς τούς διασκέδαζα, έσπαγα τη μονοτονία τους άθελά μου.

Στο μεγάλο καζάνι της πόλης όλοι μπορούν να μαγειρευτούν, αρκεί να έχεις την κατάλληλη κάθε φορά συνταγή.

Για να δούμε...

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Αίμα



Όταν θα ξανάρθεις, βγάλε τις σάρκες σου κι άφησε τις προσεκτικά επάνω στο κομοδίνο.
Να μην καταλάβω ότι γύρισες μονομιάς και να αναρωτιέμαι για τον ερχομό σου.
Μην ανοίξεις συρτάρια και ντουλάπες για να καλύψεις το αίμα με φτιασιδωμένα ρούχα
χώσου γυμνή μέσα στα χέρια μου και πρόσμενε την χαραυγή σαν λυτρωτή.

Έτσι, μόνο το πρωί, με τον καφέ και τα τσιγάρα, θα δω στάλες αίματος στα σεντόνια
και θα αναρωτιέμαι
θα φοβάμαι να τις αναγνωρίσω
θα παριστάνω τον ανήξερο.
Ξέρω, το αίμα πάντα κάτι θυμίζει, το αίμα γυροφέρνει το σώμα μας, το αίμα είναι σαν τα χείλη σου.

Όταν θα ξανάρθεις, βγάλε τις σάρκες σου κι άφησε τις προσεκτικά επάνω στο κομοδίνο.
Μην ανάψεις φως, κάνε μόνο θορύβους προσμονής.
Μην ανοίξεις τους πόρους μου διάπλατα
μικρές ανάσες μην προσφέρεις.
Ξέρω, του θανάτου αναβολή είναι οι ανάσες, του θανάτου προσμονή οι αναβολές.
Ξέρω, η ανάσα πάντα κάτι θυμίζει, η ανάσα γυροφέρνει τα χείλη μας, η ανάσα σαν το αίμα είναι.

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Τα Αδιέξοδα Φωταγωγούνται

Δεν υπάρχουν μικρές γωνίες σε αυτό τον κόσμο
όλοι να κρυβόμαστε
ένας-ένας στη σειρά
να χτυπάμε κάρτα 
και να αλλάζουμε τους κώδικες της ζωής
να κάνουμε τα χρήματα χαμόγελα
τα ρούχα μας γυμνά κορμιά
τα παιδιά μας ζώα άγρια
να μάς καταπίνουν φτύνοντας το μεδούλι μας.  

Αυτός ο κόσμος
είναι γεμάτος κόκαλα και εντόσθια ζώων.

Τώρα στεκόμαστε μόνοι
λίγα βήματα πριν ή μετά
ένας χτύπος θα ακουστεί
και το φεγγάρι θα χυθεί στα πρόσωπά μας.

Καμία σκέψη
ούτε ανατριχίλα
κανένας κόπος
ούτε παρακάλι.

"Τα αδιέξοδα φωταγωγούνται μόνα τους"
έλεγαν όλες οι σκοτεινές έξοδοι.

Πληγή μας το φεγγάρι
αργοπεθαίνει μόνο
πάνω στη λάμψη των αλυσίδων μας.

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Μηδέν

Να μπήγονται τα νύχια σε αποκαμωμένους ήλιους
εκείνη τη στιγμή του πρώτου οργασμού
σαν έρχεται το κύμα της ηδονής κατά πάνω μου.

Ξαπλωμένο το φεγγάρι σε απαλό αστερόστρωμα
σκεπάζεται με τις σκέψεις μας
συνεχώς με νεκρές ευχές πασπαλισμένο.

Στα υπόγεια δωμάτια των νεκρών
μιλάω τη γλώσσα τους
το στόμα τους δανείζομαι
με κομμένες γλώσσες με υποδέχονται
τα μικρά λουλούδια της νιότης
κι αυτά εδώ
την τελευταία φορά στο νεκροθάλαμο ήπια τους χυμούς τους.

Ήταν λίγο πριν εξαντληθώ και πάλι
μέσα στα σκοτεινά όνειρα χωμένος
ξαπλωμένος σε άστεγες σκέψεις
παιδί στις κούνιες του θανάτου.

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Χρόνος

Ήμουν ντυμένος τους αιώνες, πανωφόρια και παλιόρουχα, που μύριζαν οχλαγωγία και αναμνήσεις πολύβουων δρόμων πλέον νεκρές.
Όποιον κι αν κοίταζα γινόταν σκόνη, που πλημμύριζε το παλιακό σπίτι με το βάρος της και το φωτεινό της σεντόνι κάλυπτε όλα τα μισερά μας, όσα είχαμε αφήσει ξεχασμένα στα μπαούλα και τα γυρεύαμε χρόνια σαν να ΄τανε χαμένα.
Οι λέξεις έβγαιναν δύσκολα μέσα σε εκείνα τα δωμάτια.
Η ζέστη δεν έκανε χατίρια σε κανέναν και μόνο το φως του ήλιου διαφέντευε την όραση μας, τυφλώνοντας τα οράματα του νου μας.
Αν νιώθαμε κάτι περισσότερο από άνθρωποι, δεν ήταν κάτι που μας προκαλούσε θλίψη μα ούτε και μάς στενοχωρούσε.
Μόνο μια πιθαμή έκστασης ζωγραφιζόταν στα πρόσωπά μας.
Μήπως τελικά ήταν ένα ζωώδες αίσθημα εκείνο που μας παρακινούσε;
Μήπως μόνο η ηδονή διέταζε κι εμείς ψάχναμε να δικαιολογηθούμε στους εαυτούς μας, καμωμένοι τους σπουδαίους, προσπαθώντας να βρούμε λογικές εξηγήσεις;
Ποιος να ξέρει.
Μέσα σε μια εποχή βουτηγμένη σε ερωτήσεις, ίσως οι δικές μας χάθηκαν στη δίνη της ή ένιωθαν να περιορίζονται στα θέλω της κι έσπασαν μανιακά τις αλυσίδες τους.
Όπως και να ‘χει, οι απαντήσεις δεν φάνηκαν ούτε καν στα πρόθυρα της τελευταίας ομίχλης πριν μάς κατακλύσει η πελώρια βροχή, που περιμέναμε μέρες και μέρες, μα εκείνη δεν μάς έκανε τη χάρη να σαμποτάρει τα όνειρά μας.

Αυτό ήταν η αρχή της δικής μας πορείας.
Ένας δρόμος γεμάτος με ερωτηματικά κόκκινα και μαυρωπά, φανταχτερά σαν μεταξένια ρούχα, κυριών του κάποτε "καλού κόσμου".
Μια πορεία λασπωμένη και δυσβάσταχτη, που εκείνοι που έφευγαν δεν γύριζαν να μάς πουν ένα γεια.
Αυτό μάς πείσμωνε, αλλά δεν μάς έκανε κυρίαρχους του παιχνιδιού. Ακόμα δεν είχαμε καταλήξει άλλωστε:
Υπήρχε όντως κάποιο παιχνίδι που παιζόταν ή μήπως η ζωή είναι έτσι, οι άνθρωποι βουβαίνονται και γλυκαίνονται από τις εικόνες, οι λέξεις αποστεώνονται από το νόημά τους και το νερό σε ξεδιψάει μόνο για λίγο;
Ίσως μια άλλη φορά να στεκόμασταν περισσότεροι τυχεροί και να βρίσκαμε τις απαντήσεις.
Τώρα, εδώ, σε αυτό το χωράφι του Χρόνου, μόνο οι ερωτήσεις καταπράυναν τη σκληρή πανοπλία του.