Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Νεροποντές


Ψίθυροι και σύννεφα νεροποντής

Μια εικόνα μουσκεμένη

μερικά αποτσίγαρα αγάπης στο τασάκι.

Τα δικά σου χείλη βαλμένα στον τοίχο με ένα ελαφρύ κραγιόν

Τo στόμα μου μυρίζει αλκοόλ

όλη τη νύχτα σαν από αντλία το έβγαζα από μέσα σου

κόκκινο ήταν, πηχτό μαύρο ήταν

δηλητήριο φιδιού παλιών παραδείσων

ανακατεμένο με λεξούλες και μικρές μάχες

αυτές τις καθημερινές που μάς ξεμπροστιάζουν

μόνο τα κοφτερά μαχαίρια μένουν ανέγγιχτα

και οι κάδοι συνεχίζουν να γυρνούν και να γυρνούν

ακόμα και τις ώρες που η βρωμιά θα έπρεπε να μάς σώζει.


Τα χείλη σου πήραν τώρα το χρώμα του πορτοκαλιού

τα παίρνω, τα κόβω προσεκτικά, τα αποχυμώνω

ο μοναδικός μου αγιασμός αυτός

και τα μάτια σου

μού ψιθυρίζουν λόγια βροχερά.

Κοίτα, έβγαλες νέα χείλη.

Με ρωτάς ανήσυχη αν είναι όμορφα.

Ρίχνω τις νεροποντές πάνω τους και γνέφω καταφατικά.

Στίβω τα σύννεφα, όλα τα σύννεφα των χειλιών σου

σού λέω να μην ανησυχείς

όταν νέα χείλη ανθίζουν πάντα είναι όμορφα

μπουμπουκιάζουν με τις νεροποντές

οι στιγμές δεν τα πετσοκόβουν.

Προσεύχομαι για λίγους ανθούς τους

στη γλάστρα μου να βάλω

ευωδιές να γεμίσω το αλκοόλ

να το ανθίσω

ολόγιομος ήλιος να γίνει.


Λες "δεν μου αρέσει η μυρωδιά του αλκοόλ"

Λέω "δεν μου αρέσουν οι ανθοί, τα μεγάλα δέντρα μ’

αρέσουν, μα θέλω τα λουλούδια σου και, προς θεού, το

αλκοόλ είναι δικό σου, για ‘σένα το κράτησα όλη νύχτα, να

ποτίσω τα άνθη των χειλιών σου, να περιμαζέψω ό,τι έμεινε

από τις νεροποντές, να φυλάξω στις τσέπες μου τις χαρακιές 

των ματιών σου.

Αυτό το μαύρο, πηχτό αλκοόλ είναι δικό

σου.

Άφησε μόνο τα χέρια σου πάνω μου, να με μυροβολήσουν 

θέλω".

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

Για να δούμε... (2)


Άλλη βόλτα δεν θα άντεχα, ήμουν ήδη κουρασμένος και την επόμενη μέρα θα έπρεπε να επαναλάβω την σημερινή με μικροδιαφορές που πάντως δεν θα ήταν επειδή εγώ θα τις επιδίωκα.
Δεν θα ήμουν εγώ αυτός που θα άλλαζε τον ρουν της ιστορίας.
Υπήρχαν άλλοι καλύτεροι, πιό ικανοί απο εμένα να το κάνουν αυτό.
Να, αυτοί εδώ, που στέκονται καμαρωτοί, ακίνητοι, αυτοί με τις περίεργες στολές εξωγήινων που έχουν καταλάβει τον ορίζοντα από το βλέμμα μου και τον παίζουν στα δάχτυλα των χεριών τους.
Στο ένα χέρι κρατάνε το γκλομπ και στο άλλο τιθασεύουν βλέμματα περίεργων.
Να σου παλι μπροστά μου. Τους είδα όταν έφευγα, ήταν ανάγκη να τους ξαναδώ και τώρα που γυρνάω;
Κοντοστάθηκα κι άρχισα να κοιτάω έναν από αυτούς επίμονα.
Τον ήξερα, η μούρη του ήταν γνωστή, εδώ ήταν το πόστο του, εμένα εδώ ήταν το σπίτι μου.
Εγώ έμενα σε μια γκαρσονιέρα, αυτός έμενε στην κλούβα ώρες και ώρες.
Αυτός, όντως πρέπει να πίστευε ότι αλλάζει τον κόσμο, φαινόταν στο στήσιμό του. Ένιωθε λες και δεν υπήρξε ούτε θα ξαναυπάρξει μπάτσος στην υφήλιο.
Αν και παχουλός, κορδωνόταν τόσο πολύ που σου έκανε εντύπωση πώς κατάφερνε κάτι τέτοιο.
Η στολή του κόντευε να σκιστεί, αλλά έκανε κάτι κόλπα με το γκλομπ ο τύπος, σαν παλαίμαχος ντράμερ σε μεταλάδικο γκρουπ. Αν δεν ήταν μπάτσος θα τον πρότεινα για ντράμερ σε κάτι κολλητούς που ήταν μεταλάδες και ψάχνανε για τύμπανα.
Τον παρατηρούσα.
Άρχισε να με κοιτάζει κι εκείνος, αδιάφορα στην αρχή, πιό επισταμένα μετά.
Είχα κάτσει στην είσοδο της πολυκατοικίας και τον κοίταζα.
Σηκώθηκα. Κούνησε για λίγο το κεφάλι του και κάτι είπε στον διπλανό του. Ξαναέκατσα κι έτσι άθελά μου τον ανάγκασα να με ψάξει με το βλέμμα του.
Κάτι είπε στον ασύρματο που δεν άκουσα και λίγο μετά είδα τρεις μπάτσους να έρχονται προς το μέρος μου με αργό βήμα.
Καθόμουν, δεν είχα καμία όρεξη να σηκωθώ.
Ήμουν τόσο αδιάφορος όσο ακριβώς φαινόμουν.
Εκείνοι δεν με κοιτούσαν, έκαναν κι αυτοί τους αδιάφορους.
Εγώ ήμουν αδιάφορος, αυτοί φαίνονταν ότι τους παριστάνουν.
Σε λίγο έτσι όπως πάνε τα πράγματα θα βρίσκονται κι οι τρεις ακριβώς μπροστά μου.
Εγώ αναπόφευκτα θα είμαι στο ύψος των αρχιδιών τους κι αυτοί θα με κοιτάνε αφ΄ υψηλού.
Όμως, για στάσου λίγο.
Κάτι μπορεί να συμβεί και τα πράγματα να μην γίνουν ακριβώς έτσι.
Κάποιο τυχαίο γεγονός ή εγώ ο ίδιος αν θελήσω ίσως, μπορώ να αλλάξω την πορεία ιστορίας.
Ίσως σήμερα είναι η μέρα μου.
Τουλάχιστον μπορώ να δοκιμάσω και να αποκαλύψω στον εαυτό μου νέες πλευρές του, να τον εντυπωσιάσω ευχάριστα.
Είχα σκύψει το κεφάλι.
Σε λίγο θα βρίσκονταν τρία ζευγάρια αρχίδια σχεδόν μπροστά στα μάτια μου.
Δεν το λες και λίγο αυτό.

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

Χτυπήματα


Χτυπήματα ακούγονταν
σαν αυτά που είναι θαμμένα
στους αιώνες, υπόκωφα

εκείνα τα γυαλιστερά χτυπήματα
τα μόνα που λαβώνουν

Την ησυχία έκαναν να ακούγεται
και τα μάτια ανοιγόκλειναν
στο φευγιό του ήλιου

ανέμελα έπαιζαν τα στήθη σου
σαν κι εκείνα χτυπούσαν της ηδονής την πόρτα
μαντάλωσαν τα παράθυρα
και τα σύννεφα εγκλωβίστηκαν
σε ένα μικρό δωμάτιο με τα στήθη σου τα βρόχινα
γεμάτα νερό και παλιούς πόθους

τα αιχμαλώτισα για μια στιγμή
η παλάμη μου χρύσισε
το μάτια σου κλείσαν μέσα τους
εικόνες και κύκλους

τα χέρια μου έκλεισαν μέσα τους τα στήθια σου
κι εκείνα γουργούρισαν νωχελικά
βαριεστημένα άνθισαν
αφέθηκαν ξανά να με κοροϊδεύουν
και πάλι οι παλάμες μου χρύσισαν
και πάλι εκείνα σαν σύννεφα κροτάλισαν
σαν δυνατός άνεμος πυρώθηκαν

Το δωμάτιο ξαναγέμισε
υγρούς τάφους
χτυπήματα παλιά
άλυτους γρίφους

Ποτέ δεν καμώθηκα τον σίγουρο
πότε δεν αρνήθηκες την ηδονή
σαν αρρώστια ανίατη με τριγύριζε
κι εσύ
εσύ να χρυσίζεις τις παλάμες μου.

Ένας μικρός Μίδας ήταν τα στήθη σου
τις στιγμές εκείνες
όταν το στόμα μου τεχνούσε το κάδρο τους
όταν ζωγραφίζονταν εμπρός μου
σαν οι ηδονές μας μάθαιναν τα πρώτα τους βήματα.

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

Άκουσε


Μην ακούς όσους μιλάνε
άκου εκείνους που στρώνουν το αλκοόλ σαν πλάκες στα πεζοδρόμια
εκείνους που πιστεύουν ότι τα κοχύλια ψιθυρίζουν έρωτες και θανάτους
τα χάπια όταν σαν μπίλιες παίζουν
όσους αγκομαχούν μα πολεμούν
αυτούς που ακόμα δεν γνώρισες
κι ο θάνατος, τούς πλησιάζει
άτυχοι που στάθηκαν
δεν πρόλαβαν ακόμα μια τσουλήθρα
στις παιδικές χαρές μας.

Η ζωή ακροβατεί
στο τσίρκο του θανάτου
χειροκροτούμε κρύοι σαν πεθαμένοι
ανίδεοι σαν πρόβατα επί σφαγή.

Τα φώτα κλείνουν απότομα
κανείς δεν φεύγει
μόνο στόματα χάσκουν
βγαίνουν πυγολαμπίδες
φωτίζουν ξαφνικά εμφράγματα
εγκέφαλοι ρημάζονται
ανήλιαγα κεφάλια πρόχειρα ράβονται
πόδια σπάνε
χέρια παγώνουν
κανείς αρτιμελής
πάσχουσες γεννήσεις
μάνες ανήμπορες
ανοιχτές αρτηρίες καραδοκούν
αίμα σε παλόμενες φλέβες.

Μην ακούς όσους μιλάνε και δεν ακούνε
μην ακούς όσους ακούγονται από μακριά
στα μάτια μας τα στόματα
στα στόματά μας οι πνεύμονες
στους πνεύμονές μας παγωμένες σύριγγες
άκουσέ τους να κλείνουν
άκουσέ τους να τρίζουν σαπισμένοι
άκουσέ τους σε σταθμούς τρένων
εκεί που βαριανασαίνουν
σε ταξίδια χωρίς επιστροφή
τις ράγες άκουσε
τις ράγες ρε
τα όνειρά μας εδώ εκτροχιάζονται.

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Για να δούμε... (1)

Εκείνη η μέρα είχε ξεκινήσει όπως κι όλες οι υπόλοιπες.

Ακούσιες υποκλίσεις στα μεγάλα αφεντικά, μούρη στα μεσαία,
γραψαρχιδισμός στα μικρά.

Μετά από τόσα χρόνια είχα καταλάβει πού με παίρνει και πού όχι.
Δεν ήταν βέβαια και σίγουρο αυτό, αλλά εγώ έτσι νόμιζα και
πορευόμουν με αυτή τη σιγουριά.



Πρωινή ένταση, καφές, τσιγάρο. Κούραση. Χωρίς λόγο κούραση.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να κουραζόμαστε τόσο πολύ, παρά μόνο ότι θέλουμε να ζήσουμε, και για αυτό πρέπει να κουβαλάμε, να υπολογίζουμε, να αγαπάμε τους υπολογισμούς, να μετράμε αποστάσεις, να κάνουμε τον χρόνο χρήμα και το χρήμα ανάγκη, ανάγκα κι οι θεοί πείθονται.



Γύρισα σπίτι εξουθενωμένος. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πότε θα μπορέσω να ξεκουραστώ, να κοιμηθώ βαθιά.

Χτύπησε το τηλέφωνο. Δεν το σήκωσα
Ξαναχτύπησε.

Το σήκωσα βαριεστημένος, τόσο βαριεστημένος που η γυναικεία φωνή που διαφήμιζε το τραπεζικό προϊόν απ την απέναντι γραμμή άρχισε να κουράζεται κι εκείνη, να μιλάει σιγά, αργά, στο τέλος σχεδόν ψιθύριζε, σερνόταν μαζί μου, λες και της έδωσα την ευκαιρία να ξεψυχήσει.

Έκλεισα απαλά το ακουστικό χωρίς καν να της πω μια καληνύχτα.

Όμως ο ύπνος δεν ήταν η λύση, ο ύπνος ποτέ δεν ήταν κάποια λύση έτσι κι αλλιώς. Ήταν μόνο ότι βάζω τα προβλήματα και τις μεταξύ τους διασυνδέσεις μέσα σε ένα κουτί και το κλειδώνω.

Τώρα τελευταία ούτε καν αυτό μπορούσα να κάνω.

Σαν χαλασμένο φαινόταν το κουτί και η κλειδαριά μάλλον είχε σκουριάσει από την πολυχρησία.

Κλειδαράδες για τέτοια πράγματα δεν υπήρχαν κι αν ακόμα μπορούσε κάτι, κάποιος να βοηθήσει, σίγουρα εγώ δεν ήμουν κάποιος, που θα μπορούσα εύκολα να δεχτώ τη βοήθεια ενός αγνώστου, απλά και μόνο λόγω ειδικότητας και ικανοτήτων.

Είχα δει και άλλους ικανούς να γαμούν χωρίς σκέψη ζωές, ζωούλες, να θανατώνουν τον θάνατο τον ίδιο.

Είχα δει και εμένα και με είχα αντιμετωπίσει χωρίς επιτυχία, όλες εκείνες τις στιγμές που η ζωή μου αγκομαχούσε και παρακαλούσε για βοήθεια.
Και τί έκανα εγώ για να την βοηθήσω; Την έπνιγα, την σάρωνα, έψαχνα να την αποκόψω από οτιδήποτε ζωτικό.
Άλλη κουβέντα αυτή τώρα, άλλη κουβέντα και συνήθως βγαίνει αυτόματα αυτό το... "γάμα τα και πάμε για άλλα".



Σκέφτηκα ότι καλό θα ήταν να βγω έξω.
Μάζεψα τα σκουπίδια, κατέβηκα στον δρόμο και άρχισα να περπατάω χωρίς ακριβώς να ξέρω που πηγαίνω.
Μετά από ένα τέταρτο κατάλαβα ότι έκανα γύρους γύρω από το σπίτι μου.

Ένα τέταρτο, για την ακρίβεια 14 λεπτά, έκανα γύρους στο τετράγωνο, σαν χαφιές, χαφιές του εαυτού μου.
Γύριζα και ξαναγύριζα, με τα ίδια βήματα, το ίδιο περπάτημα, τους ίδιους χτύπους στα πεζοδρόμια.
Μέχρι και οι μπάτσοι, που με την κλούβα τους ήταν μόνιμοι κάτοικοι στη γειτονιά, με κοιτούσαν καλά καλά. Προφανώς τούς διασκέδαζα, έσπαγα τη μονοτονία τους άθελά μου.

Στο μεγάλο καζάνι της πόλης όλοι μπορούν να μαγειρευτούν, αρκεί να έχεις την κατάλληλη κάθε φορά συνταγή.

Για να δούμε...